άμπουλας

άμπουλας
ο
1) дождевой поток; 2) небольшой источник, родник (пересыхающий летом)

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "άμπουλας" в других словарях:

  • άμπουλας — ο 1. ρείθρο στον δρόμο από νερά τής βροχής, νεροσυρμή 2. πηγή νερού, κρουνός 3. (και μτφ.) «άμπουλας τού ‘τρεχε το αίμα από το χτύπημα» …   Dictionary of Greek

  • λάμπα — Συσκευή κατάλληλη να παράγει τεχνητό φως με τη χρήση εύφλεκτων ουσιών, στερεών, υγρών ή αερίων, ή με τη μετατροπή της ηλεκτρικής ενέργειας σε φωτεινή ενέργεια. Ονομάζεται και λυχνία ή λαμπτήρας. Λ. ονομάζονται επίσης οι συσκευές που εκπέμπουν… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»